Το δηλητήριο των υπερεπεξεργασμένων τροφών που τρώμε εδώ και δεκαετίες, μας αρρωσταίνουν καθημερινά!

Γράφει ο Δημήτρης Αλαμπάνος
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Milbank Quarterly από ερευνητές του Harvard University, του University of Michigan και του Duke University υποστηρίζει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (UPFs) παρουσιάζουν χαρακτηριστικές ομοιότητες με τα τσιγάρα ως προς τον τρόπο σχεδιασμού, προώθησης και επίδρασής τους στην υγεία.
Σύμφωνα με την έρευνα, πρόκειται για βιομηχανικά προϊόντα που έχουν σχεδιαστεί, ώστε να ενισχύουν την κατανάλωση και να ενεργοποιούν τους μηχανισμούς ανταμοιβής του εγκεφάλου, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστική χρήση. Οι ερευνητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι αν και η τροφή, σε αντίθεση με τον καπνό, είναι απαραίτητη για την επιβίωση, αυτή ακριβώς η διαφορά καθιστά μια θεσμική παρέμβαση ακόμη πιο επιτακτική, αφού ο καταναλωτής δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το διατροφικό του περιβάλλον. Μάλιστα, προτείνουν ορισμένα από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό της κατανάλωσης καπνού (δικαστικές διεκδικήσεις, περιορισμούς στη διαφήμιση, διαρθρωτικές παρεμβάσεις) ως πιθανό οδηγό πολιτικής για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Παρότι διατυπώνονται και κάποιες επιφυλάξεις ως προς το αν τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι εξίσου εθιστικά με τη νικοτίνη, η μελέτη καταλήγει ότι οι επιπτώσεις τους στη δημόσια υγεία είναι αρκετά σοβαρές, ώστε να δικαιολογούν αυστηρότερη ρύθμιση και μετατόπιση της συζήτησης από την ατομική ευθύνη, στη λογοδοσία της βιομηχανίας.
Αφού λοιπόν φαίνεται να ισχύει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα σχεδιάζονται για να ενισχύουν την κατανάλωση και να ενεργοποιούν βιολογικά κάποιους μηχανισμούς ανταμοιβής, τότε δε μιλάμε απλώς για κακές επιλογές του καταναλωτή, αλλά για ένα επικίνδυνο διατροφικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί με αποκλειστικό σκοπό το οικονομικό όφελος. Αναψυκτικά, σνακ και έτοιμα γεύματα, δεν προέκυψαν τυχαία. Αντίθετα, αποτελούν προϊόντα μακράς τεχνολογικής έρευνας και εξέλιξης, με συνδυασμούς ζάχαρης, αλατιού, λίπους και άλλων πρόσθετων υλικών, σε τέτοιες αναλογίες, ώστε να μεγιστοποιούν την ανθρώπινη επιθυμία για συνεχή και επαναλαμβανόμενη κατανάλωση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος τρώει πιο συχνά, σε μεγαλύτερες ποσότητες, χωρίς κανένα αίσθημα κορεσμού. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση, για χρόνια, επικεντρώνεται, σχεδόν αποκλειστικά, στην ατομική ευθύνη και την έλλειψη αυτοελέγχου, παραβλέποντας – όχι τυχαία – τον τρόπο σχεδιασμού των ίδιων των προϊόντων.
Παράλληλα, η βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιεί μια προσεγμένη διαφημιστική ορολογία (χαμηλά λιπαρά, προϊόν χωρίς ζάχαρη, ισορροπημένη επιλογή), δημιουργώντας την ψευδή αίσθηση υγιεινής κατανάλωσης, ενώ παράλληλα τα ράφια γεμίζουν με προϊόντα που υποκαθιστούν ολοένα και περισσότερο το μη – επεξεργασμένο, θρεπτικό φαγητό.
Εν τω μεταξύ, τα ποσοστά παχυσαρκίας, διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων αυξάνονται σταθερά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συσχέτιση ανάμεσα στη μαζική κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και στα μη – μεταδοτικά νοσήματα, αποτελεί πλέον βασικό πεδίο έρευνας της δημόσιας υγείας.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν, δεν είναι μόνο τι επιλέγει ο καταναλωτής, αλλά ποιο σύστημα επιλογών του προσφέρεται. Όπως συνέβη με τον καπνό, η μετατόπιση της συζήτησης από το «φταίει ο καπνιστής» στο «φταίει αυτός που σχεδιάζει, διαφημίζει και διανέμει το προϊόν», μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερες ρυθμίσεις με σημαντικά οφέλη για τη δημόσια υγεία. Αφού λοιπόν η επιστημονική τεκμηρίωση επιβεβαιώνει ότι αυτά τα προϊόντα σχεδιάζονται με τρόπους που ευνοούν την υπερκατανάλωση βλάπτοντας τη δημόσια υγεία, τότε το ζήτημα παύει να είναι ατομικό και μετατρέπεται σε συλλογικό.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Πολιτεία δεν μπορεί να παραμένει παρατηρητής. Οφείλει να χαράξει μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα ενισχύει την αυτάρκεια, την ποιότητα και τη διαφάνεια σε ολόκληρη τη διατροφική αλυσίδα.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προγραμματικές θέσεις της Ελλήνων Συνέλευσις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, ως θεμέλιο για μια υγιή κοινωνία. Η ανάπτυξη όλων των πρωτογενών παραγωγικών πηγών, με αιχμή τη γεωργία, τίθεται ως στρατηγική προτεραιότητα. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, η στήριξη των παραγωγών και η αποκατάσταση της διατροφικής αυτάρκειας, αποτελούν βασικούς άξονες μιας πολιτικής που επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση από βιομηχανικά, εισαγόμενα και υπερεπεξεργασμένα προϊόντα.
Κεντρική πρόταση αποτελεί η καθιέρωση καλλιεργειών βασισμένων σε παραδοσιακούς ελληνικούς σπόρους, σε ολόκληρη την επικράτεια. Η επανασύσταση και συμπλήρωση του ταμείου ελληνικών σπόρων προτείνεται ως πράξη αυτονομίας, με στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την προστασία της αγροτικής κληρονομιάς και τη διασφάλιση ποιοτικών πρώτων υλών. Μέσα από μια τέτοια πολιτική, η γεωργία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά ως πυλώνας της δημόσιας υγείας.
Παράλληλα, τίθεται ως πρωταρχικός στόχος ο αυστηρός έλεγχος της διατροφικής αλυσίδας και η απαγόρευση γενετικά τροποποιημένων (GM) σπόρων και των παραγώγων τους. Η διασφάλιση τροφίμων απαλλαγμένων από γενετικές τροποποιήσεις παρουσιάζεται ως βασική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στον πολίτη. Στην ίδια κατεύθυνση, προτείνεται η εφαρμογή εξελιγμένων μεθόδων καλλιέργειας που στηρίζονται σε φυσικές αρχές και πρακτικές εναρμονισμένες με τη λειτουργία της φύσης, καθώς και η χρήση καθαρού νερού, απαλλαγμένου από τοξικές ουσίες για άρδευση.
Μια τέτοια προσέγγιση μετατοπίζει το επίκεντρο από την παθητική κατανάλωση, στην ενεργή παραγωγή ποιοτικής τροφής. Αφού ο σύγχρονος διατροφικός πολιτισμός συνδέεται με την υπερκατανάλωση υπερεπεξεργασμένων προϊόντων και την αύξηση χρόνιων νοσημάτων, τότε η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε συμβουλές μέτρου και περιορισμού. Απαιτείται ανασχεδιασμός της ίδιας της αγροτικής πολιτικής, με κύριο γνώμονα την υγεία, την παραγωγική αυτάρκεια και τη διαφάνεια.
Η πρόκληση είναι συγκεκριμένη: Να μπορέσουμε να περάσουμε από ένα σύστημα που ευνοεί την ευκολία και το κέρδος, σε ένα σύστημα που θέτει στο επίκεντρο την ποιότητα, τη φυσικότητα και την προστασία της ζωής. Η Πολιτεία φέρει την ευθύνη να θεσπίσει ξεκάθαρους κανόνες, να ενισχύσει την εγχώρια αγροτική παραγωγή και να εξασφαλίσει ότι το φαγητό που τρώμε είναι πραγματική τροφή και όχι προϊόν σχεδιασμένο αποκλειστικά για κατανάλωση, χωρίς θρεπτική αξία.
ΠΗΓΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια